Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ


Βρισκόμαστε για μια ακόμη φορά μπροστά σε μια πανηγυρική διακήρυξη “εξάρθρωσης” μιας “τρομοκρατικής οργάνωσης”, που γίνεται η σημαία της υποτιθέμενης αποτελεσματικής πολιτικής ασφάλειας της κυβέρνησης. Σε μια κοινωνία που έχει προγυμναστεί αποτελεσματικά τα τελευταία χρόνια να ανέχεται τη θυσία των ατομικών δικαιωμάτων στο βωμό μιας αόριστης ασφάλειας και που έτσι κι αλλιώς πορεύεται υπό το κράτος του τρόμου, του τρόμου όμως της ανεργίας, της επισφάλειας και της διάλυσης του κοινωνικού και προνοιακού κράτους·
με νομοθετικό πλέγμα έτοιμο από καιρό, τους ν. 2928/2001 και 3251/2004, το οποίο παρά την προφανή αντισυνταγματικότητά του εφαρμόστηκε και συνεχίζει να εφαρμόζεται. Το πρόσφατο παράδειγμα της εφαρμογής του στην άσκηση ποινικής δίωξης κατά 25 διαδηλωτών στη Λάρισα, οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στις μαζικές κινητοποιήσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες σχετικά με το εύρος του πεδίου των σχετικών ρυθμίσεων. Η εφαρμογή του λοιπόν πλέον φαίνεται να έχει καταστεί αυτονόητη και αβασάνιστη. Όχι όμως για μεγάλο μέρος του νομικού κόσμου, που δεν σταματά να καταδεικνύει την αντισυνταγματικότητά του.

            Το «αντιτρομοκρατικό» νομοθετικό πλέγμα, πέρα από τις απτές απολήξεις του στη λειτουργία της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας παγιώνει και το ακόμα πιο επικίνδυνο πνεύμα που το διέπει: την υποταγή της νομιμότητας στην πολιτική σκοπιμότητα. Εν προκειμένω θεσπίστηκε μια «εξαιρετική» ποινική διαδικασία, όπου ουσιαστικά αναστέλλεται η ισχύς των συνταγματικών διατάξεων για την αξία του ανθρώπου, το τεκμήριο της αθωότητας και το σεβασμό στην προσωπικότητα. Η ευθεία προσβολή του ίδιου του πυρήνα αυτών των δικαιωμάτων καταδεικνύει ότι ακόμη και τα κεκτημένα είναι ανάγκη να επαναδιεκδικούνται και δεν είναι αυτονόητα. Ειδικότερα:
           
            Η στέρηση του κατηγορουμένου για πολιτικά εγκλήματα από το φυσικό δικαστή του  άρθρου 97 παρ. 1 του Συντάγματος (δηλαδή από το μικτό ορκωτό δικαστήριο) σχετίζεται με την κατασκευή της έννοιας της “τρομοκρατίας”, ως ιδιώνυμου ποινικού αδικήματος, σε αντιδιαστολή με το πολιτικό έγκλημα. Αυτό που υπονοείται είναι ότι όταν τύποις κατοχυρώνεται η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν νοείται πολιτικό έγκλημα. Άρα πρέπει ή να δεχθούμε ότι η σχετική διάταξη του Συντάγματος είναι διακοσμητική ή ότι κατέστη ανενεργή με διάταξη νόμου.
Η αρχή της νομιμότητας στην νομοθετική πρόβλεψη ποινών (αρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος και 14 ΠΚ) ουδόλως συνάδει με τη αοριστία της “συμμετοχής” σε «τρομοκρατική» οργάνωση ως ποινικού αδικήματος, στο βαθμό που η σχετική ποινική διάταξη δεν ορίζει τα στοιχεία της ειδικής υπόστασης. Κι αυτό προφανώς για να υπηρετηθεί μια αόριστη σκοπιμότητα ύστατου καταφυγίου καταδίκης, όταν δεν υπάρχουν αποδείξεις ενοχής για συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις.
            Η βασική αρχή του ποινικού δικαίου περί μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου εξαιρείται από το πεδίο της “αντιτρομοκρατικής” νομοθεσίας, που προβλέπει την υποχρεωτική λήψη DNA και μάλιστα με εισαγγελική διάταξη (το βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου που προέβλεπε ο ν. 3251/2004 προφανώς κρίθηκε χρονοβόρα λύση, εξ ου και η τροποποίησή του με νόμο του 2009). Πρόκειται σαφώς για βίαιη επέμβαση στο ανθρώπινο σώμα που υποβιβάζεται σε αντικείμενο (με αποτελέσματα αμφίβολης επιστημονικής εγκυρότητας) κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 1 του συντάγματος (σεβασμός και προστασία της αξίας του ανθρώπου) και των άρθρων 5 παρ. 5 (προστασία γενετικής ταυτότητας) και 9Α (προστασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων) του Συντάγματος, συνιστώντας καθαυτή εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση.
                                               
            Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα ζοφερό πλαίσιο όχι απλώς αυταρχικοποίησης αλλά κατάλυσης κάθε έννοιας κράτους δικαίου.
           
            Έτσι το τελευταίο διάστημα που επακολούθησε την σύλληψη 6 ατόμων με την κατηγορία της συμμετοχής στην ένοπλη οργάνωση “Επαναστατικός Αγώνας” μια ένοχη σιωπή (με εξαιρέσεις βεβαίως) περιβάλλει την καταβαράθρωση του κράτους δικαίου. Η καταστρατήγηση του τεκμηρίου της αθωότητας των κατηγορουμένων φαίνεται να δικαιολογείται με ταυτολογικά επιχειρήματα (του τύπου γιατί να απολαμβάνουν του τεκμηρίου αθωότητας οι ένοχοι που έπληξαν αθώα θύματα). Η παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων ταυτίζεται με το δημοσιογραφικό δαιμόνιο. Η ανθρώπινη ζωή (εν προκειμένω εγκύου σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και κυοφορούμενου) απαξιώνεται, με την αβασάνιστη εφαρμογή του μέτρου της προφυλάκισης, που τελεί σε προφανή δυσαναλογία έναντι της αόριστης επίκλησης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.  Η μυστικότητα της ανάκρισης καταργείται, καθώς το περιεχόμενο της ποινικής δικογραφίας δημοσιοποιείται από τις αστυνομικές αρχές ως δελτίο τύπου ή «διαρρέεται», προτού μάλιστα γίνει τμήμα αυτής και τεθεί υπόψη των κατηγορουμένων.
           
            Δεν είναι δυνατό ως νομικοί να σιωπήσουμε μπροστά σε αυτές τις κραυγαλέες παραβιάσεις, που θέτουν σε αμφιβολία την ίδια την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, τη βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος που κατοχυρώνει το ελληνικό σύνταγμα. Η εκτελεστική εξουσία έχει εξελιχθεί σε αποκλειστικό τροφοδότη είδησης προς τα  ΜΜΕ (βλ. την από 14/4/2010 αναφορά δημοσιογράφων προς το Εποπτικό Όργανο Δεοντολογίας και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ), η δε δικαστική εξουσία έρχεται να επικυρώσει απλώς τις παραβιάσεις των ως άνω δικαιωμάτων και να διαπράξει νέες. Η Αντιτρομοκρατική διαδραματίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο στην επικοινωνιακή διαχείριση όσο και στην ποινική αντιμετώπιση της υπόθεσης. “Διαρρέει” πληροφορίες για εντάλματα σύλληψης που “θα” εκδώσει ο αρμόδιος κατά τ' άλλα εισαγγελέας, μη διστάζοντας να δημοσιοποιήσει ονοματεπώνυμα και “υπόσχεται” στοιχεία που δεν υπάρχουν στη δικογραφία. Τι θα μπορούσε βέβαια να αναστείλει αυτή την υπέρβαση εξουσίας που συντελείται, όταν πριν δυο μήνες πληροφορούμασταν ότι παρενέβησαν ανώτατα στελέχη της ΕΛΑΣ ευθέως στους φορείς της δικαστικής εξουσίας, παραγγέλλοντας στους ανακριτές και εισαγγελείς να προφυλακίζουν τους με κόπο συλλαμβανόμενους (βλ. φ. Ελευθεροτυπίας 6.2.2010) ;
           
            Υπενθυμίζουμε τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 93 του Συντάγματος4. Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.”.
           
            Καταγγέλλουμε την παραβίαση του πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων είτε κατ' εφαρμογή της αντισυνταγματικής “αντιτρομοκρατικής” νομοθεσίας είτε κατά παράβαση της εν γένει ποινικής νομοθεσίας.

            Απαιτούμε την κατάργηση της «αντιτρομοκρατικής» νομοθεσίας ως αντισυνταγματικής.

Θεωρούμε ότι η λήψη στοιχείων γενετικής ταυτότητας που εισήγαγε ως μέτρο δικονομικού καταναγκασμού η «αντιτρομοκρατική» νομοθεσία συνιστά εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος και υποβιβάζει την ανθρώπινη προσωπικότητα σε αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας, θίγοντας τον απαραβίαστο πυρήνα της.

            Ζητούμε την παρέμβαση παντός αρμοδίου οργάνου και αρχής προς καταλογισμό των ποινικών ευθυνών των εμπλεκομένων στις παραπάνω παραβιάσεις.
           
ΟΜΑΔΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ